συνάγω

συνάγω
+ V 50-87-105-65-70=377 Gn 1,9(bis); 6,21; 29,3.7
A: to bring together, to gather [τινα] Gn 29,22; to gather, to assemble (a council) [τινα] Ex 3,16; to gather (anim.) [τινα] Gn 29,3; id. [τι] Gn 1,9; to glean [τι] Ru 2,2; to collect (money) [τι] 2 Kgs 22,4; to gather, to pick up [τινα] Dt 30,3; to receive, to invite, to take care of [τινα] Mi 4,6; to lead sb (to marry her) [τινα] 2 Sm 11,27, see also Jgs 19,18; to lead into one’s house, to take care of (anim.) [τινα] Dt 22,2
M/P: to assemble, to gather Gn 49,1; to be wrapped together (of tow) Sir 21,9
συνάγονται εἰς πόλεμον they gather for war, they are drafted for war 1 Sm 13,5; συνήχθησαν ἐπ᾽ ἐμὲ μάστιγες I was thoroughly lashed Ps 34(35),15; συνάγαγε τὰς χεῖράς σου withdraw your hands 1 Sm 14,19; ἐν νεότητι οὐ συναγείοχας, καὶ πῶς ἂν εὕροις ἐν τῷ γήρᾳ σου; if you have not gathered in your youth, how will you find anything in your old age? Sir 25,3; συναχθήσῃ εἰς τὸν τάφον σου you will be gathered to your grave, you will be burried
2 Kgs 22,20
*DnLXX 12,12 καὶ συνάξει and he shall collect corr.? συνάψει for MT ויגיע and he reaches to, and he lives until; *JgsA 7,22 συνηγμένη gathered-צבר? to heap up or-צרר? bound together, gathered for MT צררתה towards Zererah; *2 Sm 3,34 καὶ συνήχθη and they came together, and they assembled-אסף? for MT ויספו יסף? they added to, they (wept) even more, see also 2 Sm 6,1; *1 Kgs 7,10(23) συνηγμένοι collected ends, circumference?-קוהII (verb) for MT קוה (subst.) measuring line; *Is 29,7 καὶ ... οἱ συνηγμένοι and those who were gathered-ומעדתה? יעד for MT ומצדתה and her stronghold; *Ez 13,5 καὶ συνήγαγον ποίμνια and they gathered flocks-עדר ותעדרו ? for MT גדר ותגדרו and they built a wall; *Zech 2,10 συνάξω I will gather, I will invite-תישׁכנ? for MT תישׁפר I have spread (you); *Ps 15(16),4 (οὐ μὴ) συναγάγω I will (not) bring together, assemble-אסף for MT אסיך נסך I will pour out
Cf. LE BOULLUEC 1989 133(Ex 9,19-21); ROST 1967 108-111.118-121; →MM; NIDNTT; TWNT

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • συνάγω — συνάγω, συνήγαγα βλ. πίν. 135 Σημειώσεις: συνάγω – συνάζω : σε ορισμένα λεξικά αναφέρεται το συνάγω ως συνώνυμο του συνάζω (→ συγκεντρώνω, μαζεύω σε ορισμένο μέρος). Στην κοινή νεοελληνική το συνάγω χρησιμοποιείται κυρίως με την έννοια →… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συνάγω — bring together pres subj act 1st sg συνάγω bring together pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάγω — ΝΜΑ, και συνάζω Ν, και παλ. αττ. ξυνάγω Α 1. (σχετικά με πρόσ. και ζώα) συναθροίζω, συγκεντρώνω (α. «σύναξα τους στρατιώτες μου για μάχη» β. «συναγαγόντες ἐς ἕνα χῶρον μυριάδα ἀνθρώπων», Ηρόδ.) 2. (σχετικά με πράγμ.) συλλέγω, συσσωρεύω (α. «έχει… …   Dictionary of Greek

  • συνάγω — συνήγαγα, συνηγμένος 1. συναθροίζω, συγκεντρώνω: Συνάγει τα πλήθη. 2. συμπεραίνω: Από πού συνάγεις αυτό το συμπέρασμα; – Από τα παραπάνω συνάγεται ότι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξυνάγῃ — συνάγω bring together pres subj mp 2nd sg συνάγω bring together pres ind mp 2nd sg συνάγω bring together pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναγάγετε — συνάγω bring together aor imperat act 2nd pl συνᾱγάγετε , συνάγω bring together aor ind act 2nd pl (doric aeolic) συνάγω bring together aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνηγμένα — συνάγω bring together perf part mp neut nom/voc/acc pl συνηγμένᾱ , συνάγω bring together perf part mp fem nom/voc/acc dual συνηγμένᾱ , συνάγω bring together perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάγαγε — συνάγω bring together aor imperat act 2nd sg συνά̱γαγε , συνάγω bring together aor ind act 3rd sg (doric aeolic) συνάγω bring together aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάγῃ — συνάγω bring together pres subj mp 2nd sg συνάγω bring together pres ind mp 2nd sg συνάγω bring together pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνήχθην — συνάγω bring together plup ind mp 3rd dual συνάγω bring together aor ind pass 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) συνάγω bring together aor ind pass 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυναγαγόντα — συνάγω bring together aor part act neut nom/voc/acc pl συνάγω bring together aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”